Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΜΑΣ. ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΥΡΓΟΣ


Γυμναστικές επιδείξεις στο Δημοτικό Σχολείο στα χρόνια των παππούδων μας

     Με λένε Πύργο Γεώργιο. Είμαι 73 ετών και οι γονείς μου κατάγονταν από το Παλαιοχώρι. Ο πατέρας μου ήταν γεωργός και κτηνοτρόφος. Αγαπούσα περισσότερο τη μητέρα μου, γιατί ήταν περισσότερες ώρες μαζί μου και με φρόντιζε περισσότερο. Ο πατέρας συνήθως έλειπε στη δουλειά. Η μητέρα μου ήταν στοργική και δεν άφηνε περιθώρια για χάσιμο χρόνου, ενώ ο πατέρας μου αυστηρός και απόμακρος. Με τις δυο αδερφές μου ήμασταν πολύ αγαπημένες, δεν μαλώναμε ποτέ...

     Τα σπίτια στο χωριό μας ήταν πέτρινα με μεγάλες αυλές, αλλά οι δρόμοι ήταν στενοί και δεν υπήρχαν πλατείες. Σ’ αυτούς τους δρόμους και όπου αλλού θέλαμε εμείς τα αγόρια του χωριού μπορούσαμε να παίζουμε, όσο και όποτε θέλαμε, αντίθετα τα κορίτσια ήταν πάρα πολύ περιορισμένα. Μαζεύονταν στα σπίτια κι έτσι ελεγχόμασταν καλύτερα.

Β. Σχολική ζωή
     Πήγα στο  δημοτικό σχολείο της Νέας Μαγνησίας Λαμίας. Οι γονείς μου δεν ήξεραν γράμματα. Το κτίριο πετρόχτιστο ήταν και με μία μονάχα αίθουσα. Το σπίτι μας ήταν πολύ μακριά και κουραζόμουνα πάρα πολύ κάθε μέρα, γιατί πήγαινα με τα πόδια. Ήμασταν 40 παιδιά στο σχολείο και είχαμε ένα δάσκαλο πολύ αυταρχικό που στο χέρι κρατούσε τη βέργα, όταν έκανε μάθημα. Μας έκανε 5 ώρες μάθημα κάθε μέρα και μας μάθαινε Ανάγνωση, Θρησκευτικά, Ιστορία, Έκθεση, Μαθηματικά. Κάναμε και Γυμναστική. Τα μαθήματα γινόντουσαν μόνο το πρωί. Τα βιβλία μας ήταν ασπρόμαυρα. Δυστυχώς δεν έχω κρατήσει κανένα. Τα ρούχα που φορούσαμε στο σχολείο ήταν απλά και φτωχικά κι ανάμεσά μας υπήρχαν και κάποια παιδιά πάρα πολύ φτωχοντυμένα, με μπαλώματα στα ρούχα τους.
     Δεν πήγαιναν όλα τα παιδιά στο σχολείο. Πήγαιναν λίγα κι απ’ αυτά τα περισσότερα σταματούσαν. Απ’ ό τι θυμάμαι από όλα εκείνα τα παιδιά μόνο 10 συνέχισαν στο Γυμνάσιο. Εγώ ήθελα να πάω στο Γυμνάσιο, όπως το θέλανε και οι γονείς μου να σπουδάσω, αλλά τα χρόνια ήταν δύσκολα και έπρεπε να σταματήσω για να βοηθάω την οικογένεια στις δουλειές.
  

Γ. Παιχνίδια - Άλλα ενδιαφέροντα
     Τα παιχνίδια μας ήταν κρυφτό, κυνηγητό, σκλαβάκια, εφτάπετρο και ποδόσφαιρο με πάνινες  μπάλες. Πολλές φορές παίρναμε και το λάστιχο και κυνηγούσαμε σπουργίτια ανάμεσα στα δέντρα.                            
     Μου άρεσε να κάνω βόλτες με τις ώρες έξω και πέρα από τον συνοικισμό παίζοντας και κουβεντιάζοντας με τους φίλους μου. Οι γονείς μας δεν ανησυχούσαν για μας τότε, γιατί δεν υπήρχαν κίνδυνοι.
     Στην εκκλησία δεν πήγαινα πολύ συχνά. Πήγαινα όμως πάντα στις μεγάλες γιορτές. Τις Κυριακές ποτέ η εκκλησία μας δεν γέμιζε από κόσμο. Ούτε και στο Κατηχητικό πήγαινα.


Ε. Κοινωνική – Πολιτιστική ζωή
     Διασκεδάζαμε πολύ στις γιορτές και στα πανηγύρια με δημοτικά τραγούδια. Το ίδιο γινόταν και στους γάμους και στα βαφτίσια. Οι άντρες ψήνανε τα αρνιά και οι γυναίκες ετοίμαζαν τις πίτες. Όλοι χόρευαν στους ήχους του κλαρίνου, του βιολιού και του σαντουριού. Θυμάμαι τον Αθανάσιο Τσαντζαλή να παίζει κλαρίνο και τον Βασίλειο Τσαντζαλή να τραγουδά. Όταν σε κάποια εκδήλωση δεν υπήρχε ορχήστρα, τραγουδούσαν οι παρευρισκόμενοι με το στόμα χωρισμένοι σε δυο ομάδες. Ξεκινούσε το τραγούδι η μια παρέα και η άλλη το επαναλάμβανε. Πολύ άρεσαν και τα τραγούδια της τάβλας. Ένα τραγούδι που άρεσε πολύ τότε ήταν το :

«Ένας λεβέντης χόρευε σε μαρμαρένιο αλώνι
κι η κόρη που τον αγαπά κι η κόρη που τον θέλει
και με το μάτι του  ’λεγε και με τα χείλη του λέει : 
- Πού ’σουν εψές, λεβέντη μου, πού ’σουν προψές, παιδί μου;
- Εψές ήμουν στη μάνα μου, προψές στην αδερφή μου
κι απόψε στο σπιτάκι μας, θα ’ρθω στην αγκαλιά σου».

     Μεγάλο γλέντι γινόταν και στους γάμους. Μόλις έφτανε το συμπεθερικό του γαμπρού στο σπίτι της νύφης, πήγαινε ο αδερφός του γαμπρού για να της βάλει τα παπούτσια. Έριχνε κρασί μέσα στο παπούτσι που θα έδινε στη νύφη και έπινε από αυτό. Στη συνέχεια της έβαζε τα παπούτσια, σηκωνόταν όρθιος, έσκυβε η νύφη του φιλούσε το χέρι και τον μαντήλωνε. 
     Τις μεγάλες γιορτές τις περνούσαμε όλοι μαζί και την πρωτοχρονιά εξέταζαν ποιο άτομο πήγαινε πρώτο στο σπίτι τους, αν ήταν κορίτσι, θα είχαν καλή παραγωγή τη χρονιά εκείνη. Το βράδυ της Αποκριάς τρώγανε όλοι οι συγγενείς μαζί και γλεντούσαν και, αν κάποιος φτερνιζόταν την ώρα του φαγητού, έταζε κάτι ο μεγαλύτερος και του χάριζε ή κάποιο ζώο ή νομίσματα. Κατά τη νηστεία που ακολουθούσε οι πιο μεγάλοι νήστευαν για πολλές μέρες, οι άλλοι μια εβδομάδα για να κοινωνήσουν. Τα φαγητά μας τις μέρες αυτές ήταν ελιές, φασόλια, φακές, ρεβίθια και χόρτα.
     Γιορτάζαμε τη γιορτή του πατέρα και του γιου. Τις γυναικείες γιορτές δεν τις γιορτάζαμε. Ο πατέρας και η μάνα μου φορούσαν τότε ρούχα που έμοιαζαν με τις σημερινές παραδοσιακές στολές και οι γυναίκες έβαζαν κοσμήματα που τα λέγανε κωστέκια. Τα μαλλιά τους, που δεν τα βάφανε, τα μαζεύανε κότσο ή τα πλέκανε κοτσίδα.
     Στον κινηματογράφο, στο θέατρο και σε άλλες τέτοιες εκδηλώσεις δεν πηγαίναμε, αλλά θυμάμαι ότι κάπου κάπου έρχονταν γύφτοι σέρνοντας μια αρκούδα και παίζοντας ένα ντέφι την έκαναν να χορεύει και να κάνει διάφορα νούμερα.
     Είχαμε και τα παρατσούκλι μας. Έτσι τον Ζήσιμο τον λέγαμε Όθωνα, τον Τσαντζαλή Γερολόγο, τον Γαλανό Σουμώνα, τον άλλο το Ζήσιμο Φολίνα κλπ.


ΣΤ. Εμπειρίες από την καθημερινή ζωή
     Το Καλοκαίρι δεν πηγαίναμε σε κατασκηνώσεις, ούτε θαλασσινά μπάνια κάναμε. Όλη η οικογένεια μετακόμιζε στα ορεινά.
     Τον υπόλοιπο χρόνο βοηθούσαμε, όσο μπορούσε ο καθένας στις δουλειές της οικογένειας. Οι γυναίκες βοηθούσαν τους άντρες στα ζώα, στα χωράφια, παντού. Τελικά οι γυναίκες έκαναν περισσότερες δουλειές. Δουλεύαμε όλοι και δεν στερούμασταν τίποτε.
     Θυμάμαι μια φορά τότε που ήμουνα παιδί, καθώς έβλεπα μαζί με άλλους συνομηλίκους μου από μακριά τη θάλασσα, αποφασίσαμε να πάμε να δούμε από κοντά πώς είναι. Όταν φτάσαμε, είδαμε λίγους ανθρώπους που φορούσαν μαγιό, να μπαίνουν στη θάλασσα. Αποφασίσαμε να μπούμε και εμείς αλλά, επειδή μαγιό δεν είχαμε, μπήκαμε με τα ρούχα. Μετά φύγαμε βρεγμένοι για τα καλά, αλλά μέχρι να φτάσουμε στα σπίτια μας, είχαμε σχεδόν στεγνώσει.
     Κουρείο δεν υπήρχε στο συνοικισμό μας, αλλά ούτε και χρειαζόταν. Κουρευόμασταν μόνοι μας, δηλαδή κούρευε ο ένας τον άλλον. Εμάς τα παιδιά μας κούρευαν απ’ τη ρίζα.
     Μαζί μας στο σπίτι έμεναν και ο παππούς με τη γιαγιά. Όλα τα παιδιά κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο. Τα μεσημέρια καθένας έτρωγε μόνος του, ανάλογα με την ώρα που ερχόταν στο σπίτι.
     Το πρώτο μακρινό ταξίδι που έκανα ήταν με το τραίνο, όταν πήγα φαντάρος στην Τρίπολη. Τότε δεν συνηθίζονταν τα ταξίδια.
     Ακούγονταν και κάποιες παράξενες ιστορίες με νεράιδες τότε, όπως για παράδειγμα μια ιστορία που είχε να κάνει με μια πρώτη ξαδέρφη του πατέρα μου. Έλεγαν πως ήταν πάρα πολύ όμορφη, αλλά χάθηκε κι έλεγαν ακόμα ότι πριν χαθεί άκουσαν μια φωνή που την καλούσε. Βγήκε έξω και από τότε χάθηκε, την πήραν οι νεράιδες.
     Νοσταλγώ περισσότερο από εκείνα τα χρόνια τα νυχτέρια, όταν μαζευόμασταν παρέες-παρέες και κουβεντιάζαμε για χίλια πράματα. Ήταν καλύτερα εκείνα τα χρόνια, γιατί ο κόσμος ήταν πιο κοντά ο ένας με τον άλλο, ενώ σήμερα υπάρχει παντού το άγχος.

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ «ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΜΑΣ» ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ/ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΤΟΥ 3ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΛΑΜΙΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2010, ΣΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΕΡ. ΚΑΚΟΥΡΑ – ΚΩΝ. ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου