Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΜΑΣ. ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΟΛΥΜΕΡΟΣ


Μπάνιο στο Σπερχειό (Πηγή: http://fthiotikos-tymfristos.blogspot.gr/ )

Α. Καταγωγή – Οικογενειακά στοιχεία

Με λένε Απόστολο Πολύμερο και είμαι 63 χρόνων. Οι γονείς μου κατάγονταν από την Παλαιοκερασιά Φθιώτιδας και ο πατέρας μου ήταν τσοπάνος, δούλευε στα χωράφια και έκανε και κάποιες οικιακές εργασίες, ενώ η μητέρα μου τον περισσότερο χρόνο ήταν στο σπίτι για τις εκεί εργασίες, αλλά μερικές φορές δούλευε και στα χωράφια.
Πιο αγαπητή μου ήταν η μάνα μου διότι με καταλάβαινε περισσότερο. Βέβαια και τον πατέρα μου τον αγαπούσα πολύ, αλλά αυτός ήταν περισσότερο απόλυτος και αυστηρός...

Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στην Παλαιοκερασιά και στον Αχινό και τα μετέπειτα νεανικά στη Λαμία, επειδή εκεί υπήρχε Γυμνάσιο (6τάξιο).
Οι γονείς μου ήμουν σίγουρος ότι με αγαπούσαν, αλλά αρκετές φορές με μάλωναν και με χτυπούσαν, αν δεν έκανα κάτι καλά.
Ο διάλογος μεταξύ μας ήταν βέβαια αρκετά περιορισμένος λόγω της απουσίας των γονιών μου στη δουλειά.
Ο τόπος τότε στο χωριό ήταν αρκετά διαφορετικός. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν χωράφια και βοσκότοποι. Υπήρχε μια εκκλησία στο κέντρο του χωριού και γύρω-γύρω η πλατεία στην οποία υπήρχαν και μερικές κούνιες.
Οι δρόμοι ήταν στενοί, ανάλογοι και με τα μεταφορικά μέσα της εποχής, και στις δύο πλευρές του δεξιά και αριστερά υπήρχαν τα σπίτια, τα περισσότερα μικρά αλλά γραφικά. Επίσης υπήρχε ένα δημοτικό ιατρείο στην πλατεία και δυο τρία καφενεία διάσπαρτα στο χωριό.
Με τη γυναίκα μου γνωρίστηκα κατόπιν προξενιού που μου έγινε από κάποιο συγγενικό πρόσωπο και παντρευτήκαμε σχετικά σύντομα.
Στην πατρική οικογένεια ήμασταν 5 αδέρφια, όλα αγόρια και συχνά μαλώναμε μεταξύ μας για μικροπράγματα, όπως στο παιχνίδι και στον ανταγωνισμό ποιος ήταν ο δυνατότερος και ο καλύτερος.
Τα κορίτσια ήταν πολύ περιορισμένα τότε και κάθονταν σχεδόν συνέχεια στο σπίτι (σπάνια σπούδαζαν). Εμείς τα αγόρια βγαίναμε και έξω από το σπίτι για να κάνουμε δουλειές, να παίξουμε και να πάμε σχολείο. Στις διάφορες αταξίες που κάναμε τιμωρούμασταν σχεδόν πάντα και συχνά «τρώγαμε» και «καλό ξύλο».


Β. Σχολική ζωή

Σχολείο πήγα στον Αχινό για Δημοτικό και στη Λαμία για Γυμνάσιο. Το σχολείο του Αχινού ήταν στην κορυφή σχεδόν του λόφου και είχε έξι τάξεις, ένα προαύλιο με πολλά δέντρα και ένα υπόστεγο για τις βροχές. Οι αίθουσές του ήταν ψηλοτάβανες με μαυροπίνακες, πολλά θρανία και μια εξέδρα για την έδρα.
Ήταν σχετικά κοντά στο σπίτι μας και γι’ αυτό πηγαίναμε με τα πόδια.
Είχε πολλούς μαθητές και το αγαπούσα πολύ, ιδιαίτερα το προαύλιο με τα δέντρα.
Υπήρχαν δύο περίοδοι σχολείου, η πρωινή και η απογευματινή. Πότε ήμασταν πρωινοί και πότε απογευματινοί. Κάναμε συνήθως τετράωρα και πεντάωρα και διδασκόμασταν Μαθηματικά, Έκθεση, Γεωγραφία, Ανθολόγιο, Γυμναστική, Ιστορία και Θρησκευτικά.
Στο σχολείο υπήρχαν δύο δάσκαλοι και μοιράζονταν ανάλογα τις τάξεις. Οι δάσκαλοι ήταν αρκετά αυστηροί και μας συμπεριφέρονταν με αυστηρότητα για να εξασφαλίζεται πάντα η πειθαρχία.
Για γραφική ύλη είχαμε μολύβια, τετράδια και σπάνια πένες. Τα βιβλία μας ήταν μικρά και κακογραμμένα τα περισσότερα και άφηναν πολλές απορίες.
Στις σχολικές γιορτές λέγαμε ποιήματα και παρουσιάζαμε απλά σκετς και σε αρκετά πήρα μέρος κι εγώ.
Για κολατσιό έπαιρνα κάτι από το σπίτι και έτρωγα την ώρα του διαλείμματος. Την ώρα αυτή τρώγαμε και παίζαμε ομαδικά παιχνίδια.
Όταν γινόταν παρέλαση, έπαιρνα μέρος και εγώ.
Αρκετά ήταν και τα παιδιά της γειτονιάς μου που δεν πήγαιναν καθόλου στο σχολείο, όπως και εκείνα που στην αρχή πήγαιναν και μετά σταματούσαν. Μερικά συνέχισαν και σε ανώτερες σχολές αργότερα.
Προσωπικά ενδιαφερόμουν πολύ να σπουδάσω, πράγμα που ήθελαν και οι γονείς μου και τελικά τα κατάφερα.
Οι γονείς μου δε με βοηθούσαν στα μαθήματα τα χρόνια εκείνα, διότι ήταν αγράμματοι.
Με τις ξένες γλώσσες ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή στο Γυμνάσιο. Εκεί έμαθα λίγα πράγματα με τη βοήθεια των καθηγητών μου και των αντίστοιχων σχολικών βιβλίων που χρησιμοποιούσαμε.
Κάποια από τα παιδιά του σχολείου μας ήταν φτωχοντυμένα, αλλά ακραίες περιπτώσεις φτώχειας δεν είχαμε, ευτυχώς, στον τόπο μας.


Γ. Παιχνίδια

Τα παιχνίδια που παίζαμε ήταν χειροποίητα και σπάνια αγορασμένα. Τα φτιάχναμε από πανιά, ξύλα, σίδερα, άχυρα και σύρματα. Τα παίζαμε στην εξοχή και σε ανοιχτούς χώρους. Το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν το ποδόσφαιρο και τις μπάλες τις φτιάχναμε με πατσαβούρια δεμένα μεταξύ τους. Επίσης φτιάχναμε σπιτάκια από λάσπη και ξυλάκια. Ποδήλατα είχαν πολύ λίγα παιδιά, οι περισσότεροι φτιάχναμε μόνοι μας αυτοσχέδια πατίνια. Μου άρεσε επίσης πολύ να κυνηγάω πουλιά. Φτιάχναμε σφεντόνες από διχαλωτά ξύλα και στήναμε ξόβεργες που μας έφτιαχναν οι μεγάλοι. Επίσης πηγαίναμε για ψάρεμα και στη θάλασσα και στο ποτάμι με πετονιά και δολώματα και ταυτόχρονα φτιάχναμε χάρτινες ή ξύλινες βαρκούλες από φλούδες δέντρων.


Δ. Άλλα ενδιαφέροντα

Στον ελεύθερο χρόνο μας είτε διαβάζαμε, είτε παίζαμε, είτε μαλώναμε !...
Συχνά το βράδυ οι παππούδες μας μας έλεγαν παραμύθια. Επίσης διοργανώναμε εκδρομές στα βουνά και στην παραλία, είτε με το σχολείο είτε με τους φίλους μας.
Τις Κυριακές πηγαίναμε όλο το σχολείο στην εκκλησία, η οποία γέμιζε από κόσμο. Μετά αρκετοί από εμάς κάναμε κατηχητικό. Τέλος αρκετοί ασχολούμασταν ιδιαίτερα με τον αθλητισμό κυρίως μας ενδιέφερε το τρέξιμο.


Ε. Κοινωνική – Πολιτιστική ζωή

Τις μεγάλες γιορτές γίνονταν στο χωριό και πανηγύρια στα οποία λέγαμε παραδοσιακά τραγούδια, χορεύαμε παραδοσιακούς χορούς και τρώγαμε όλοι μαζί στην πλατεία.
Το Πάσχα πηγαίναμε όλοι στην εκκλησία και το πρωί ψήναμε το αρνί μαζί με φίλους και συγγενείς ακούγοντας και χορεύοντας ελληνικούς χορούς.
Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά περνούσαμε πολύ ωραία, διότι ήμασταν μαζεμένοι όλοι μαζί και διασκεδάζαμε με αστεία. Επίσης την Πρωτοχρονιά, όποιοι είχαν όπλα, τουφεκούσαν τρεις φορές για να υποδεχτούν το νέο χρόνο.
Τις Απόκριες διασκεδάζαμε πολύ, αλλά σπάνια ντυνόμασταν μασκαράδες.
Στις περιόδους νηστείας οι γονείς μας νήστευαν και από λάδι και από γαλακτοκομικά για ένα διάστημα 40 – 50 ημερών. Εμείς τα παιδιά μόνο Τετάρτη και Παρασκευή και τρώγαμε μόνο λαδερά (πιλάφι).
Ακόμα, όταν ερχόταν στο χωριό καραγκιοζοπαίχτης, μαζευόμασταν όλοι στην πλατεία όπου και παρακολουθούσαμε γελώντας και διασκεδάζοντας με το θέαμα της παράστασης.
Τέλος και για να αλληλοπειραζόμαστε κάποια παιδιά στο σχολείο βγάζαμε ο ένας για τον άλλον διάφορα παρατσούκλια όπως : Μαγκούτας, Βυθούλκας, Κρεμανταλάς … 


Στ. Εμπειρίες από την καθημερινή ζωή

Τις καθημερινές μέρες ξυπνούσαμε νωρίς το πρωί κατά τις έξι και μισή και το βράδυ κοιμόμασταν επίσης νωρίς, κατά τις οκτώ και μισή.
Χαρακτηριστικά θυμάμαι τα θαλασσινά μπάνια που κάναμε το καλοκαίρι. Πρωί-πρωί ξυπνούσαμε, φοράγαμε μαγιώ και κάναμε βουτιές και μακροβούτια. Κάναμε αγώνες ταχύτητας και αντοχής και παίζαμε στην παραλία με την άμμο.
Ακόμα σε κάποιες δουλειές βοηθούσαμε και τους γονείς μας, όπως σε μια κατασκευή ενός επίπλου ή στο κλάδεμα των δέντρων ή ακόμα και στο κόψιμο των ξύλων με το τσεκούρι.
Η μητέρα μου, θυμάμαι, ότι συχνά δούλευε στα χωράφια, ιδιαίτερα το καλοκαίρι με το θερισμό, και γύριζε αργά το βράδυ στο σπίτι μας.
Το σπίτι μας είχε όλα κι όλα τρία δωμάτια, ένα για κουζίνα και τραπεζαρία, ένα για μπάνιο και ένα για υπνοδωμάτιο. Στο υπνοδωμάτιο είχαμε αχυρένια στρώματα να κοιμόμαστε.
Το βράδυ που ήταν όλη η οικογένεια συγκεντρωμένη τρώγαμε όλοι μαζί, αλλά το μεσημέρι οι γονείς έτρωγαν το μεσημεριανό στα χωράφια. Εκεί έτρωγαν ψωμοτύρι, ψωμί και ελιές και λάδι στη νηστεία.
Η πιο συχνή μέθοδος για να διατηρούμε τα φαγητά ήταν να τα παστώνουμε ή να τα καπνίζουμε.
Στο μπακάλικο του χωριού πηγαίναμε συνήθως εμείς τα παιδιά για μικροπράγματα και τα χρήματα που είχαμε ήταν οι δραχμές.
Αν χρειαζόταν να τηλεφωνήσουμε κάπου πηγαίναμε στα καφενεία, όπου υπήρχαν και τα μοναδικά τηλέφωνα.
Τότε που ήμουν περίπου 13 χρόνων, συγκλόνισε τον κόσμο η ασιατική γρίπη που είχε πολύ πυρετό και συνοδευόταν από πονοκέφαλο και βήχα. Μετά από λίγον καιρό εξαφανίστηκε.
Στο χωριό υπήρχαν τότε μόνον πρακτικοί γιατροί και κάπου-κάπου ερχόταν και κανένας σπουδαγμένος. Όταν μας πόναγε το κεφάλι μας ή μας είχαν ματιάσει, η μάνα μας μάζευε βότανα για το ξεμάτιασμα και να μας κάνει καλά. Επίσης όταν είχαμε συνάχι μας έδιναν χαμομήλι και τσάι για να «μαλακώσει» ο λαιμός μας.


Ζ. Συνθήκες ζωής

Τις καθημερινές μέρες συνήθως τρώγαμε όσπρια, ψωμί, ελιές, λάδι και χόρτα.
Κάθε πρωί φτιάχναμε ψωμί με γάλα και αλάτι και τρώγαμε όλοι μαζί. Μερικές Κυριακές σφάζαμε και κανένα κατσίκι για πιο επίσημα γεύματα.
Στο σπίτι είχαμε έναν γάιδαρο και δυο τρεις γίδες, καθώς και μερικές κότες.
Τους χειμώνες ανάβαμε φωτιά στο τζάκι και ζεσταινόμασταν.
Το πατρικό μας σπίτι είχε ένα πάτωμα και τρία δωμάτια και στέγη με κεραμίδια. Έξω από το σπίτι είχαμε τον ορνιθώνα και ένα μικρό στάβλο για τα ζώα. Χώρος στην αυλή δεν υπήρχε πολύς.
Τα φρούτα και τα λαχανικά τα καλλιεργούσε η μάνα μου στα χωράφια και το ψωμί μας το ζύμωνε η ίδια. Το φαγητό το μαγειρεύαμε στη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι.
Μέσα στο σπίτι είχαμε δύο βρύσες, μια στην κουζίνα και μια στο μπάνιο και, όταν λουζόμασταν, χρησιμοποιούσαμε μόνο σαπούνι. Τα νερά από την αποχέτευση κατέληγαν στην υπόνομο.
Τα ρούχα τα πλέναμε στο ποτάμι με σαπούνι χρησιμοποιώντας και τον κόπανο κι έπειτα τα κρεμούσαμε σε σχοινιά να στεγνώσουν.
Από τα ρούχα μας τα περισσότερα τα φτιάχναμε, ή πιο σωστά τα έφτιαχνε η μάνα μου, στον αργαλειό που είχαμε στο σπίτι.
Τα βράδια το σπίτι μας φωτιζόταν από πετρελαιόλαμπες και το χωριό από τη Σελήνη !!! .
Από εκείνα τα χρόνια νοσταλγώ περισσότερο τη χαρά και την ευτυχία που υπήρχε στις συναναστροφές μας με φίλους, συγγενείς και γείτονες. Πόσο κοντά ήμασταν τότε στις χαρές και στις λύπες ! … Σήμερα η τεχνολογία μας έχει απομονώσει και οι στενές αυτές σχέσεις έχουν σχεδόν εκλείψει.


ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ «ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΠΑΠΠΟΥΔΩΝ ΜΑΣ» ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ/ΜΑΘΗΤΡΙΩΝ ΤΟΥ 3ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΛΑΜΙΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ 2010, ΣΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΕΡ. ΚΑΚΟΥΡΑ – ΚΩΝ. ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου