Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Σερζ Γκένσμπουργκ (Serge Gainsbourg): Ο ανατρεπτικός



Ο Serge Gainsbourg αποτέλεσε τον σπουδαιότερο Γάλλο τραγουδοποιό των δεκαετιών 1960 και 1970 και κατάφερε να γίνει πασίγνωστος τόσο για την εκκεντρική ζωή του και το παρακμιακό και κυνικό του χιούμορ όσο και για τα τραγούδια που έγραψε και τραγούδησε.
Η καριέρα του βασίστηκε στη συγγραφή έξυπνων και προκλητικών στίχων που είτε τους τραγουδούσε ο ίδιος είτε τους χάριζε να τους ερμηνεύσουν φίλοι αλλά και ερωμένες του. Η θεατρική αγένεια που τον χαρακτήριζε και η εξωφρενικά προκλητική του στάση απέναντι στη ζωή ήταν και εκείνη που τον έκανε διαβόητο αλλά και αγαπητό στη Γαλλία...
Ο Gainsbourg γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1928 στο νοσοκομείο Hoôtel Dieu στο Παρίσι μαζί με την δίδυμη αδερφή του και το πραγματικό του όνομα ήταν Lucien Ginsburg. Οι γονείς του Joseph και Olia Ginsburg, ήταν Εβραίοι μετανάστες από ην Ουκρανία που εγκατέλειψαν την χώρα με την έκρηξη της Ρωσικής Επανάστασης. Ο πατέρας του ήταν ένας ταλαντούχος πιανίστας που έπαιζε μουσική σε διάφορα θέατρα και κλαμπ του Παρισιού ενώ ήταν γνωστός τόσο για το κλασσικό όσo και για το ποπ ρεπερτόριο που του άρεσε να παρουσιάζει.
Όπως ήταν φυσικό ο πατέρας του έμαθε πιάνο και σε εκείνον και στην αδερφή του από την ηλικία των τεσσάρων ετών, όμως το ενδιαφέρον που έδειξε από μικρός Lucien για την ζωγραφική ώθησαν τους γονείς του να τον στείλουν στη σχολή Καλών Τεχνών στη Μονμάρτη.
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε όταν ο Gainsbourg ήταν 11 ετών και η εφηβεία του πέρασε στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Μάλιστα, είχε πέσει θύμα ρατσιστικών επιθέσεων όταν το 1942 υπήρξε νόμος που υποχρέωνε τους Εβραίους να φορούν ένα κίτρινο αστέρι με τη λέξη Εβραίος σημαδεύοντάς τον για πάντα. Τα μπερδεμένα συναισθήματα ενός εφήβου που υπόκειται σε όλα αυτά τα αδιανόητα πράγματα τον έκαναν να βρίσκει διαφυγή στα βιβλία και το κάπνισμα ενώ όταν δεν μπορούσε να παίξει πλέον σε νυχτερινά κέντρα λόγω της εβραϊκής του καταγωγής κατέφυγε στη Λιμόζ, στη Νότια Γαλλία όπου έπιασε δουλειά σε μία ορχήστρα και κατάφερνε και έστελνε λίγα χρήματα στην οικογένειά του.
Ενάμιση χρόνο αργότερα η οικογένειά του τον ακολουθήσει στη Λιμόζ, ταξιδεύοντας με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα, όπου η κατάσταση ήταν όχι εύκολη αλλά λιγότερο επικίνδυνη για τους Εβραίους. Όταν επιτέλους το Παρίσι απελευθερώθηκε το 1944 η οικογένεια επέστρεψε στο σπίτι της.
Το 1945, ο Gainsbourg θα ξεκινήσει να παρακολουθεί μαθήματα στο διάσημο σχολείο καλών τεχνών Ecole Superieure Des Beaux Arts ώστε να συνεχίσει τις σπουδές του στη ζωγραφική. Εκείνο το διάστημα άρχισε να βγαίνει και με την Elisabeth Levitsky, γραμματέα του ποιητή Georges Hugnet και ερασιτέχνης μοντέλο, η οποία τον στήριζε και οικονομικά, ενώ ο πατέρας του πλήρωσε τα έξοδα για να μάθει ο Lucien κιθάρα ώστε να μπορεί να βγάζει χρήματα από αυτό.
Τη μαθητική του ζωή ακολούθησε η στρατιωτική του θητεία για ένα χρόνο. Στο στρατό ο Gainsbourg ανέπτυξε και τη συνήθεια του να πίνει μεγάλες ποσότητες αλκοόλ κάτι που θα τον συνόδευε μέχρι το τέλος της ζωής του, ενώ το 1951 παντρεύτηκε με την Levitsky.
Η θητεία του Gainsbourg στα νυχτερινά κέντρα και η όλο και περισσότερη αναγνώριση που λάμβανε είχε σαν αποτέλεσμα να εγκαταλείψει οριστικά την ζωγραφική και να επικεντρωθεί στη μουσική, εξάλλου όπως είχε πει ο ίδιος δεν είχε το ταλέντο που χρειαζόταν για να γίνει ζωγράφος πρώτου μεγέθους.
Το επόμενο βήμα ήταν να αλλάξει το όνομά του σε Serge καθώς το Lucien του θύμιζε γάλλο κομμωτή και το απεχθανόταν ενώ επέλεξε το επίθετο Gainsbourg θέλοντας να τιμήσει τον Άγγλο ζωγράφο Gainsborough, τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα. Οι παραστάσεις του ωστόσο στα νάιτκλαμπ είχαν σαν αποτέλεσμα να προσελκύει το θαυμασμό όλο και μεγαλύτερης μερίδας γυναικών με αποτέλεσμα το 1957 να χωρίσει από την σύζυγό του.
Όταν άρχισε να παίζει στο κέντρο Milord L’ Arsouille θα αποκτούσε και δύο σημαντικούς θαυμαστές που θα τον υποστήριζαν στην εξέλιξη της καριέρας του, την διάσημη τραγουδίστρια Michele Arnaud, η οποία συμπεριέλαβε δύο τραγούδια του στα σόου της και τον νοβελίστα και συνθέτη Boris Vian με το ιδιαίτερο χιούμορ. Η φήμη του μεγάλωνε και δεν άργησε να υπογράψει συμβόλαιο με την δισκογραφική εταιρεία Philips και να ηχογραφήσει το πρώτο του άλμπουμ το 1958 με τίτλο ‘Du Chant a la une!’. Αν και ο δίσκος δεν πούλησε ιδιαίτερα προφανώς λόγο των κυνικών και σκληρών του στίχων, ιδιαίτερα για το γυναικείο φύλο, ο Vian έγραψε θετικές κριτικές για την πρώτη του προσπάθεια και το άλμπουμ κατάφερε να αποσπάσει και βραβεία από τους κριτικούς, ενώ τον επόμενο χρόνο η καταξιωμένη Γαλλίδα τραγουδίστρια Juliette Greco κυκλοφόρησε έναν δίσκο με τέσσερα δικά του τραγούδια και την πρώτη δική του σύνθεση το ‘Les Amour Perdues’.
Για μερικά χρόνια φαινόταν ότι ο Gainsbourg θα απολάμβανε πάντα την λατρεία μιας μικρής μερίδας διανοούμενων της τζαζ και μποέμ καλλιτεχνών όμως δεν θα συνέβαινε έτσι. Αν και αρχικά υπήρξαν πολλοί που ηχογράφησαν τα τραγούδια του ωστόσο η αγγλοαμερικανική κουλτούρα ye ye, που έκανε όλο και περισσότερο την εμφάνισή της βρήκε απέναντί της τον Gainsbourg μέχρι τη στιγμή όμως που θα έγραφε τραγούδια για την 16χρονη σταρ France Gall που αντιπροσώπευε τη νέα μόδα στη μουσική. Μαζί θα κατάφερναν να κερδίσουν το 1965 και τον διαγωνισμό της Eurovision με το τραγούδι Poupée de cire, poupée de son. Τα τραγούδια του κατάφεραν να είναι τα πιο δημοφιλή ανάμεσα στις γαλλίδες καλλιτέχνιδες και τα επόμενα δύο χρόνια επικεντρώθηκε στη σύνθεση.
Ο γάμος του με την δεύτερη σύζυγό του Beatrice ήρθε το 1964 και ενώ σύντομα απέκτησαν μία κόρη ο γάμος δεν θα κρατούσε περισσότερο από δύο χρόνια καθώς οι συνεχείς σκηνές ζηλοτυπίας από την σύζυγό του θα έφερναν τη ρήξη. Το 1967 το ζευγάρι θα έδινε μία δεύτερη ευκαιρία στη σχέση του και θα αποκτούσαν τον γιό τους Paul το 1968 αλλά μετά τη γέννησή του ο Gainsbourg θα χώριζε οριστικά από την Beatrice για τα μάτια της διάσημης γαλλίδας ηθοποιού Brigitte Bardot.
Η σχέση τους ξεκίνησε στο τέλος του 1967 όταν ο γάμος της Bardot είχε αρχίσει να έχει τριγμούς. Ήδη είχε ηχογραφήσει μερικά κομμάτια του Gainsbourg και μία συνάντησή τους στα τηλεοπτικά πλατό ενός show είχε σαν αποτέλεσμα την μοιραία έλξη. Αν και για πολλούς ο Gainsbourg ήταν ένας μάλλον άσχημος άντρας, η επιτυχία του στις γυναίκες ήταν το ακριβώς αντίθετο, τεράστια. Αρχικά το ζευγάρι διατήρησε τη σχέση του διακριτική αλλά σύντομα άρχισαν να βγαίνουν στα πιο γνωστά μέρη.
Μαζί ηχογράφησαν αρκετά τραγούδια ενώ το διάσημο ‘Je T’ aime … Moi Non Plus’ ηχογραφήθηκε με τη συνοδεία ερωτικών στεναγμών. Εξοργισμένος ο άντρας της Bardot φοβούμενος ότι η κυκλοφορία του κομματιού θα κατέστρεφε την καριέρα της απαίτησε να μην κυκλοφορήσει το κομμάτι κάτι που έγινε και το κομμάτι κυκλοφόρησε μόλις το 1986.
Η σχέση του Gainsbourg με την Brigitte Bardot θα τελείωνε όταν εκείνη θα γύριζε στον άντρα της και εκείνος θα έβρισκε μία νέα ερωμένη, την Jane Birkin, μία νεαρή Αγγλίδα ηθοποιό μόλις 22 ετών. Μαζί της θα ηχογραφούσε εκ νέου το ‘Je T’ aime … Moi Non Plus’ το οποίο και θα κυκλοφορούσε και θα αναστάτωνε ακόμα και το Βατικανό το οποίο το έκρινε άσεμνο και το δίκτυο του BBC το απαγόρευσε. Ωστόσο το τραγούδι σκαρφάλωσε στα αγγλικά charts και πούλησε περισσότερα από 6 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.
Ο Gainsbourg και η Birkin έγιναν ένα από τα διασημότερα ζευγάρια της εποχής και ενώ οι φήμες οργίαζαν για την ύπαρξη ή μη κρυφού γάμου εκείνοι έμειναν μαζί για πάνω από δέκα χρόνια. Μαζί απέκτησαν μία κόρη το 1971 και τον ίδιο χρόνο κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Histoire de Melody Nelson το οποίο θεωρείται το αριστούργημα του Gainsbourg το οποίο μιλούσε για το ερωτικό ειδύλλιο ενός μεσόκοπου άντρα με μία 15χρονη.
Το 1973 ο Gainsbourg θα πάθει καρδιακή προσβολή που θα τον σταματήσει για λίγο μόνο από την καριέρα του και το επόμενο μουσικό του βήμα θα προκαλούσε και πάλι μεγάλες αντιδράσεις. Θα συνεργαζόταν με μουσικούς reggae και θα μετέτρεπε ακόμα και τον γαλλικό ύμνο κάνοντας του Γάλλους να παραμιλούν και την συντηρητική γαλλική εφημερίδα Le Figaro να προτείνει την ανάκληση της γαλλικής υπηκοότητας από τον καλλιτέχνη.
Η δεκαετία του 1980 θα αποδεικνυόταν τραγική για τον Gainsbourg. Tο 1980 η Birkin θα τον εγκατέλειπε καθώς η εξάρτησή του από το ποτό είχε δημιουργήσει τεράστια προβλήματα και στην συμπεριφορά του αν και παρέμειναν φίλοι και ο ίδιος συνέχιζε να της γράφει τραγούδια στους δίσκους της.
Η επόμενη σχέση του με την Caroline Von Paulus γνωστή με το καλλιτεχνικό της όνομα Bambou θα του χάριζε έναν ακόμα γιο, τον Lucien, ενώ οι Γάλλοι λατρεύουν κάθε προκλητική και παρατραβηγμένη του εμφάνιση.
Ηχογραφεί το 1984 το ντουέτο Lemon Incest με την κόρη του Charlotte ενώ τρία χρόνια αργότερα σκηνοθετεί μια ολόκληρη ταινία με τίτλο Charlotte Forever προς τιμήν της. Τα χρόνια που ακολουθούν ο Gainsbourg θα πειραματιστεί με διαφορετικές μουσικές όπως η funk και το hip-hop ενώ θα γράψει τραγούδια για πολλούς καλλιτέχνες ανάμεσά τους και τη Βανέσα Παραντί.
Ωστόσο προσωπικά ο Gainsbourg κατέρρεε καθώς επιδίδεται σε υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και τσιγάρων ενώ είχε υποβληθεί και σε εγχείριση καρδιάς και ήπατος πριν τελικά αφήσει την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Παρίσι από ανακοπή στις 2 Μαρτίου του 1991. Ο θάνατός του βύθισε στο πένθος τη Γαλλία ενώ ο τότε Γάλλος Πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν δήλωσε ότι μέσα από την αγάπη του για τη γλώσσα και την μουσική του ιδιοφυία ανάγαγε το τραγούδι στο επίπεδο της τέχνης.
Πηγή:www.capital.gr 23 – 2 – 2013 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου