Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


Ο Αλέξ. Παπαδιαμάντης με τον Γιάν. Βλαχογιάννη (Αθήνα 1908)


     Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σύχναζε στο μπακάλικο του Καχριμάνη στην οδό Σαρρή, κοντά στου Ψυρή. Εκεί έτρωγε, εκεί έπινε, εκεί συναντούσε τους φίλους του, και όποτε είχε έμπνευση, αποτραβιόταν στο βάθος κι έγραφε κάποιο διήγημα. Ο ιδιοκτήτης του μπακάλικου, ο κυρ-Δημήτρης ο Καχριμάνης τον σεβόταν και του έκανε πίστωση, ενώ του είχε πάντα φυλαγμένο φαγητό εκτός από Τετάρτες και Παρασκευές που ο Παπαδιαμάντης νήστευε και του έφερναν λαδερό φαγητό από το γειτονικό μαγειρείο του μπαρμπα-Γιώργη. 
    Συχνά ο Παπαδιαμάντης καλούσε και τον εξάδελφό του Αλέξ. Μωραϊτίδη για να φάνε μαζί. Το μπακάλικό του Καχριμάνη το προτιμούσε γιατί διέθετε πολύ καλό κρασί. Καθόταν ώρες αμίλητος και παρατηρούσε τον κόσμο που έμπαινε για να ψωνίση.
    Είκοσι ολόκληρα χρόνια σύχναζε σ  αὐτὸ το μαγαζί και αρκετά απ  τὰ διηγήματά του τα εμπνεύστηκε από εμπειρίες που έζησε εκεί.

Γεωργίου Βαλέτα : Άπαντα Παπαδιαμάντη, εκδόσεις Γιοβάνη...



    Ο  Γιώργος Σεφέρης θυμάται μία επίσκεψή του στη Σκιάθο, το 1930:
Σπίτι του Παπαδιαμάντη. Η γρια αδερφή του έκλαιγε καθώς μας μιλούσε γι  αὐτόν. Λιγνή, ψηλή, μελαχρινή, βυζαντινή ράτσα. Το σπιτάκι καθαρό και ασπρισμένο, μία μεγαλωμένη φωτογραφία του Παπαδιαμάντη κρεμασμένη στον τοίχο στην κάμαρα όπου πέθανε.
   Από το παράθυρο ως το μικρό σκιαθίτικο τζάμι, ένα στρώμα κατάχαμα σκεπασμένο μ  ἕνα κιλίμι. Εκεί πάνω ξεψύχησε (2 Ιανουαρίου), αφού ζήτησε να τον σηκώσουν και να τον καθίσουν κοντά στη φωτιά.
   Το μόνο βιβλίο του που είδα πάνω στο μικρό τραπέζι, μία φτηνή αγγλική έκδοση (Omnibus) του Σαίξπηρ.

Γεωργίου Σεφέρη : “Μέρες Α’”, εκδόσεις Ίκαρος


    Η παρακάτω συνομιλία του Παπαδιαμάντη με τον Π. Νιρβάνα έγινε τον καιρό που ο Παπαδιαμάντης δούλευε μέχρι αργά το βράδυ ως μεταφραστής στην εφημερίδα Ακρόπολη (1892). Τα χρήματα που έπαιρνε ήταν αρκετά μα δούλευε ατελείωτες ώρες συχνά μέχρι τα μεσάνυχτα μεταφράζοντας κείμενα από γαλλικές και αγγλικές εφημερίδες, χωρίς διακοπή, ούτε τις Κυριακές. Σπάνια ο Γαβριηλίδης τον άφηνε να φύγει νωρίτερα, μόνο όταν αργούσε το ευρωπαϊκό ταχυδρομείο η υπήρχαν πολλές ελληνικές ειδήσεις.
- Για που τόσο βιαστικός; τον ρώτησε.
- Άφησέ με, του απάντησε ο Παπαδιαμάντης. Τρέχω να προφτάσω τον ήλιο. Έχω ένα μήνα να τον δω και τρέχω να τον προφτάσω πριν βασιλέψει.


   Στις εφημερίδες δούλευε κυρίως ως μεταφραστής. Πάνω σ  αὐτὴ τη δουλειά είχε ένα καταχθόνιο μυστικό: Έκανε ακατανόητα στη μετάφραση τα βλάσφημα κηρύγματα των σοφών!
   «Καταχθόνιο μυστικό ενός χριστιανού και αμαρτία ενός αγίου», σημείωσε ο Παύλος Νιρβάνας.
 

    Όταν πρωτοπήγε να δουλέψει στο «Άστυ», ο Κακλαμάνος με κάποια δειλία και επιφύλαξη του μίλησε και για την αμοιβή:
- Ο μισθός σας θα είναι 150 δραχμές, είπε.
Ο Παπαδιαμάντης έμεινε σκεπτικός, σα να λογάριαζε κάτι.
- Μήπως είναι λίγα; ρώτησε δειλά ο Κακλαμάνος, έτοιμος να αυξήσει το ποσό.
- Πολλές είναι 150! αποκρίθηκε ο «κοσμοκαλόγερος». Με φθάνουν 100.
Κι έφυγε βιαστικός και ντροπαλός χωρίς να προσθέσει λέξη.



            Ο Παύλος Νιρβάνας διηγείται πως έπεισε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη να φωτογραφηθεί:

 Ο καημένος ο Αλέξανδρος! Καινούριες ανησυχίες θα είχε πάλι η ασκητική του με τη συρροή τόσων ξένων και δικών μας μουσαφιρέων στο ταπεινό του σπιτάκι του ωραίου νησιού. Τον ετρόμαζε τόσο πολύ “η περιέργεια του Κοινού”.
   Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ’ εκείνους που θα ‘ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός, με την ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. ”Ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον, ουδέ παντός ομοίωμα” ήταν η άρνησή του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.
   Με τι δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του για τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στο φακό μου. Να “ποζάρει” είναι ένας λεχτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση, για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου η του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία.
   Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:
- Nous excitons la curiosité du public.
   Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… Κοινού! Ποιού Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος που λιαζότανε στην άλλη γωνιά του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περιέργειά” του. Και αυτή ήταν η διαπόμπευσή του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος.
- Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι… μου είπε - αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια - στο τέλος του μαρτυρίου του.
   Μήπως δεν ήταν στ’ αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκοσμίων.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ, περιοδικό ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τ. 163, 1/10/1933



   Είχα γνωριμία καί φιλία με τον αείμνηστο Παπαδιαμάντη. Τον γνώρισα στο εκκλησάκι του Προφήτου Ελισαίου, ένα Σάββατο απόγευμα. Δεν έλειψα ποτέ από κοντά του, έψαλλα δίπλα του ως βοηθός του. Από αυτόν έμαθα να ψάλλω συνετά και με ευλάβεια, με κατάνυξη, φόβο Θεού και τρόμο. Πριν τον γνωρίσω έψελνα με υπερηφάνεια, δυνατά, για να ευχαριστούνται οι εκκλησιαζόμενοι και για να με επαινούν στη συνέχεια. Από τον Παπαδιαμάντη έμαθα να ψάλλω ταπεινά και με συναίσθηση. Όταν έψελνε ήταν σαν να βρισκόταν μπροστά στο φοβερό βήμα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού. Ο Παπαδιαμάντης αγαπούσε το Θεό, αγρυπνούσε πρόθυμα, έψελνε, υμνούσε, ευλογούσε το Θεό χαρμόσυνα. Ήταν ακτήμων όπως οι Άγιοι Απόστολοι. Μισούσε τον πλούτο, ως επιβλαβή και μάταιο. Θα μπορούσε να γίνει βαθύπλουτος, αλλά προτίμησε να μένει πάμπτωχος. Ό,τι του έδιναν για τον κόπο του το μοίραζε στους φτωχούς αδελφούς. Πολλές φορές έμενε χωρίς χρήματα. Δεύτερη ενδυμασία δεν είχε. Όταν οι φίλοι, του πρόσφεραν καινούργια ρούχα, δεν τα δεχόταν. Εγύρισα όλα τα μοναστήρια της Ελλάδας, του Αγίου Όρους, της Παλαιστίνης, του Σινά. Ακτήμονες σαν τον Παπαδιαμάντη, βρήκα πολύ λίγους».
από το μακαριστό γέροντα Φιλόθεο της Πάρου
[13-6-2009, vatopaidi.wordpress.com]


 «… Αλησμόνητες παρέμειναν οι αγρυπνίες του ιερέως Νικολάου Πλανά (1851-1932), τις οποίες τελούσε στο ναό του Αγίου Ελισσαίου Αθηνών. Αναφέρονται και μαρτυρίες παιδιών, ότι τον έβλεπαν κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας μεταρσιωμένο να στέκεται υπεράνω της γης. Μαρτυρίες δε περιφανών λογίων, όπως του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Αλέξανδρου Μωραϊτίδου, που έψαλλαν στις αγρυπνίες τις οποίες τελούσε, εξαίρουν τη σπάνια και αγία ιερατική αυτού προσωπικότητα. … Ο άγιος Νικόλαος εκοιμήθηκε οσίως εν ειρήνη το 1932. Η μνήμη του Αγίου ιερέως Νικολάου του Πλανά, ύστερα από απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, τιμάται κατά την πρώτη Κυριακή του Μαρτίου …»


Η συνάντηση του Ανδρέα Καρκαβίτσα
με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο

    Διηγείται ο Ανδρέας Καρκαβίτσας : «… Εκεί όμως που κοίταζα ζερβόδεξα, σκάλωσε η ματιά μου σ’ ένα μαγαζί πέρα. Μου φάνηκε, πως άρπαξε άξαφνα ένα κομμάτι από το γνώριμο πανωφόρι, από το καπέλο το ημίψηλο, από την τραχειά κι αυστηρή φυσιογνωμία του φίλου μου, του Παπαδιαμάντη. Εκείνος ήταν χωρίς άλλο. Στήριζε το ένα του πλευρό στον παραστάτη της πόρτας και πρόβαλλε φυλαχτά το κεφάλι να μας ιδεί και πάλι το ’μπαζε, σαν εραστής που κατασκοπεύει την ερωμένη του … Παίζαμε το παιγνίδι έτσι ως ένα τέταρτο. Έπειτα σα να πήρε την απόφαση, φάνηκε θαρρετά στην πόρτα ολόσωμος. Έπειτα βγήκε στο δρόμο και βάδισε ίσα πάνω μας με το συνηθισμένο του περπάτημα, με το μπαστούνι ορθό στην αριστερή μασχάλη, το αριστερό χέρι, κλείνοντας το πανωφόρι, στο στήθος, με το ημίψηλο κατεβασμένο στα φρύδια, χαμοθώρης και ορθόκορμος σαν κυπαρίσσι. Κάθε άλλος θα νόμιζε πως ερχόταν να μας χαιρετήσει … Μόλις έφτασε είκοσι - τριάντα βήματα από μας, έκαμε δεξιά κατά το γιαλό … Σηκώθηκα, πήγα, χαιρετηθήκαμε. Φαινόταν πολύ συγκινημένος.
–  Να ’ρθεις στον τόπο μου και να μη μπορώ να σε περιποιηθώ! Να πας αλλού! Να μη σε πάρω στο σπίτι μου! είπε κι άρχισε να δακρύζει.
– Τι να σου κάμω δεν μπορώ, τι να σου κάμω! ξανάλεγε.
– Τίποτα να μη μου κάμεις, τη συντροφιά σου μονάχα, είπα για να του ρίξω αλλού το νου, πάμε να καθίσουμε.
– Άι κάτσε, δεν έρχομαι. Πώς να ’ρθω εγώ σε τέτοια συντροφιά; Τι είμαι εγώ; Δεν έπρεπε και να ’ρθω να σε χαιρετήσω μάλιστα…
  Έστριψε απότομα, πήρε τον ίσιο δρόμο και χώθηκε πάλι στο μαγαζί.
  Έμεινα στη Σκιάθο κάπου οχτώ μέρες. Ο Παπαδιαμάντης σύντροφός μου. Αλήθεια δεν με πήγαινε στον «καλόν» κόσμο, με σύσταινε σε κείνους, που τον έσερνε η ψυχή του. Γυρίζαμε στους ταρσανάδες, στα εξωκλήσια, στα περιβόλια, στ’ απόκρυφα λιμανάκια και στα στενοσόκακα της χαριτωμένης μικρής πατρίδας του … Μ’ έσμιγε με καραβοκύρηδες, με καλαφάτες, με ψαλτάδες, με κρασόπουλους, με συνταξιούχους υπαλλήλους ή απόμαχους ναυτικούς, με γριές μαυρομαντηλούσες, με ορφανά που έβοσκαν απόμερα τις κατσίκες τους, με σταχομαζώχτρες, ελιομαζώχτρες …
 «Χιλιοβασανισμένη η ζωή μας, αδερφούλα μ’ πλιο! …». Όλοι κι όλες, μόλις πλησιάζαμε, προσηκώνονταν και τον χαιρετούσαν με σεβασμό τον κυρ-Αλέξαντρο. Δεν πιστεύω πώς τον ήξεραν σωστά τι αξίζει, όπως τον ήξερε ο «καλός» κόσμος, έδειχναν όμως το σεβασμό τους στον άνθρωπο. σ’ εκείνον … που έχυνε γύρω του μιαν αξιοπρέπεια ιερατική και μιαν απλότητα παιδιάτικη».

   «Τα άπαντα του Αλ. Παπαδιαμάντη», Χρ. Γιοβάνης, τόμ. 6.


---



Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Ένα μικρό στενό δωμάτιο με ασβεστωμένους τοίχους. Ένα τζάκι κοντά στο παράθυρο που βλέπει προς το αυλάκι. Αντίς από κρεβάτι, μέσα σ’ ένα είδος ντουλάπας του τοίχου, κάτι κιλίμια στο πάτωμα. Στο τζάκι, λίγη στάχτη ζεστή. Έξω, το κρύο είναι δυνατό. Κατάχαμα, πάνω στα κιλίμια, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης αναρριγεί. Φώναξε τον Αρχιμανδρίτη Μπούρα, και του ζήτησε να του διαβάσει, από το ωραίο του ιστορημένο χειρόγραφο, όπου είχε μαζί τις Λειτουργίες του Ιερού Χρυσοστόμου και του Μεγάλου Βασιλείου, την ωραία προσευχή των μεγάλων αμαρτωλών που μετανοούν.
    Μέρες τώρα δε μπορούσε να ησυχάσει, τόσο πονεμένο ήταν όλο του το κορμί. Είχε μίαν άσχημη γρίππη· πνευμονία, λένε άλλοι. Δεν ήθελε να τον ιδεί γιατρός.
    Ήταν του Αγίου Βασιλείου, ανήμερα της Πρωτοχρονιάς. Θέλησε να σηκωθεί. Δε βρήκε τη δύναμη, και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
 Τη νύχτα, ζήτησε από τις αδερφές του κάποιο βιβλίο.
Αυτό που του έφεραν δεν ήταν αυτό που ζητούσε.
 - «Μπα! Δεν πειράζει, είπε. Το παίρνω αύριο.»
Τι νάταν; Ο Όμηρος, τα Ευαγγέλια, ο Θουκυδίδης, ο Σαίξπηρ,− αυτό το βιβλίο που στις στερνές εκείνες ώρες τον είδαν να το θωπεύει σαν τυφλός, αδύναμος και να κρατήσει ακόμα στα πυρετικά του χέρια το μικρό τομίδιο;
   Είπε στις αδερφές του και στους φίλους του να τον αφήσουν, και γυρνώντας προς τον τοίχο, άρχισε να ψέλνει χαμηλόφωνα το δοξαστικό της ενάτης ώρας των Θεοφανείων:
«Την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου… έπαρον υπέρ ημών προς αυτόν, Βαπτιστά…»
   Στη μια μετά τα μεσάνυχτα, οι αδερφές του τον βρήκαν κοιμισμένο, με τα μάτια κλειστά, παγωμένο.
   Τον έθαψαν την άλλη μέρα, 3 Ιανουαρίου του 1911.
Έξω χιόνιζε. Κατά το ελληνικό έθιμο, τον πήγαν στην Εκκλησία, κι’ ύστερα στο κοιμητήριο, σ’ ένα φέρετρο ανοιχτό. Οι νιφάδες έπεφταν στο μέτωπό του και στα μαύρα μαλλιά του, για να παρουσιαστεί, θαρρείς, ακόμα καθαρώτερος, «αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Κριτού, του Παλαιού των Ημερών του Τρισαγίου».
   Στο μικρό κοιμητήρι της Σκιάθου, τάφος με τ’ όνομα του Παπαδιαμάντη δεν υπάρχει πια· σου δείχνουν μόνο τον τόπο όπου τον έθαψαν και το πεύκο που φύτεψαν. Κατά την ελληνική συνήθεια, τρία χρόνια μετά το θάνατό του τα οστά του τα ξέθαψαν, και στην εκκλησιά της Παναγίας, στην Απάνω Ενορία, υπάρχει ακόμα ένα μικρό κιβώτιο μ’ ένα κρανίο και λίγα κόκκαλα, ένα μικρό κίτρινο κρανίο που η γρια που σας το δείχνει το ασπάζεται, ευλαβικά η μηχανικά, ποιός ξέρει; Τα παιδιά της γειτονιάς, σιωπηλά μία στιγμή, κυττάνε με περιέργεια τον ξένο που θωρεί τα φτωχά αυτά λείψανα τ’ απιθωμένα ανέμελα στο περβάζι ενός παράθυρου εκκλησιάς. Ίσως να στοχάζεται την επιγραφή, την αδέξια χαραγμένη στο άσπρο ξύλο:
«Ο κάθε στοχασμός σου ασμάτων άσμα,
Στον κόσμον τον δικόν σου κόσμος το κάθε πλάσμα…»

Από το βιβλίο «Skiathos, île grecque» του Octave Merlier, μεταφρ. Νάσος Δετζώρτζης.
Δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα της “Νέας Εστίας”  για τον Παπαδιαμάντη τα Χριστούγεννα του 1941.



     Πρώτες ημέρες του 1911, ο ιερέας Γεώργιος Ρήγας στην επιστολή του προς τον εκδότη Ηλ. Δικαĩο έγραψε τότε για το χριστιανικό τέλος του κυρ-Αλεξάνδρου.
«Όσον δε παρέρχεται ο καιρός και γνωρίζομεν περισσότερον το έργον του,
τόσον η εκτίμησίς μας μεγαλώνει και ο θαυμασμός μας γίνεται πλέον ένθερμος»
    Ζήτησε να προσέλθει ο Ιερέας της Σκιάθου παπα-Ανδρέας Μπούρας και οι αδελφές του ζήτησαν να πάει μαζί στο σπίτι και ο γιατρός. …



«… Θα αρκούσε η αθάνατη ρήση του Γιάννη Τσαρούχη για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, πως με δυο τρία θρησκόληπτα και αγράμματα γραΐδια του νησιού του αχρηστεύει τον Φρόυντ, για να διατηρείται ολοζώντανη μέσα μας η φλόγα για μια μορφή των Γραμμάτων μας που λειτουργεί ως σωσίβιο σε, εθνικά και παγκόσμια, χαλεπέστατους καιρούς. Ένα κεράκι στη μνήμη του και το βιβλίο αυτό - αφιέρωμα μιας πολύπλαγκτης νεότερης γενιάς.»

Περίληψη από το νέο βιβλίο του Θανάση Θ. Νιάρχου
“Ύμνος στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη- Χριστουγεννιάτικα αφηγήματα”,
εκδ. Καστανιώτη.


ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ: «ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ» ΣΕ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΕΡ. ΚΑΚΟΥΡΑ – ΚΩΝ. ΜΠΑΛΩΜΕΝΟΥ

1 σχόλιο:

  1. Ανεπανάληπτος Έλληνας Λογοτέχνης. Ίσως ο μεγαλύτερος της νεότερης Ελληνικής Ιστορίας! Αν ,έτσω σε κάποια στιγμή της ζωής σου, δεν έχεις διαβάσει έστω ένα μικρό κείμενο του κυρ- Αλέξανδρου, δεν έχεις διαβάσει τίποτα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή